The Skin I Live In - Pedro Almodóvar (2011) - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

The Skin I Live In – Pedro Almodóvar (2011)

Uncategorized | 20-10-2011 |

Με τη γυναίκα του να έχει υποστεί καθολικά εγκαύματα σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο Δρ. Ρομπέρ Λεντγκάρντ, διαπρεπής πλαστικός χειρούργος, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα νέο δέρμα, πιο ανθεκτικό. Όμως, εκτός από τα χρόνια και τα χρήματα που ξοδεύει στην έρευνα και τα πειράματά του, ο Ρομπέρ χρειάζεται, να έχει, τρία συστατικά, στη διάθεσή του: κανέναν ενδοιασμό, έναν συνεργό κι ένα ανθρώπινο πειραματόζωο. Οι ενδοιασμοί, απ’ ότι φαίνεται, δεν υπήρξαν ποτέ πρόβλημά του. Η Μαρίλια, η γυναίκα που τον φρόντιζε απ’ τη μέρα που γεννήθηκε, είναι η πιο πιστή συνεργός. Όσο για το ανθρώπινο πειραματόζωο…

Κάθε ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι και μια ξεχωριστή εμπειρία. Στη νέα του ταινία συνεργάζεται ξανά με τον Αντόνιο Μπαντέρας, είκοσι χρόνια περίπου μετά την ταινία “Δέσε Με”, και εκπλήσσει, έχοντας επιλέξει να παρουσιάσει μια σκοτεινή ιστορία εκδίκησης, βασισμένη στο μυθιστόρημα “Μυγαλή, η Δηλητηριώδης Αράχνη” του Τιερύ Ζονκέ. Συμπρωταγωνιστούν η Έλενα Ανάγια (“Μίλα Της”) και η Μαρίζα Παρέδες (“Η Ζωή Είναι Ωραία”).

Ας δούμε όμως, τι λέει ο ίδιος ο δημιουργός, για την ταινία του:

“Υπάρχουν κάποιες μη αναστρέψιμες πορείες, κάποιοι δρόμοι χωρίς επιστροφή. Η ταινία “Το Δέρμα Που Κατοικώ” διηγείται μια τέτοια πορεία. Η πρωταγωνίστρια κινείται σε μια τέτοια διαδρομή ενάντια στη θέλησή της, είναι εξαναγκασμένη μέσω βίας να ξεκινήσει ένα ταξίδι από το οποίο δεν μπορεί να επιστρέψει. Η καφκική ιστορία της είναι το αποτέλεσμα μιας καταδίκης, την οποία αποφάσισε ένα δικαστήριο που αποτελείται από ένα μόνο άτομο, τον χειρότερο εχθρό της. Η ετυμηγορία λοιπόν είναι μια αφορμή ακραίας εκδίκησης. Η ταινία “Το Δέρμα Που Κατοικώ” διηγείται την ιστορία μιας τέτοιας εκδίκησης.

Μια ιστορία με τα χαρακτηριστικά αυτά με έκανε να σκεφτώ τον Λουίς Μπουνιουέλ, τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, όλες τις ταινίες του Φριτς Λανγκ (από τις γοτθικές ως τα φιλμ νουάρ). Σκέφτηκα επίσης την ποπ αισθητική των ταινιών Hammer, ή το πιο ψυχεδελικό και κιτς ύφος των Ιταλών (Νάριο Αρτζέντο, Μάριο Μπάβα, Ουμπέρτο Λέντσι, ή Λούτσιο Φούλτσι…), καθώς φυσικά και τον λυρισμό του Ζορζ Φρανζί στο “Μάτια Χωρίς Πρόσωπο”. Αφού αξιολόγησα όλες αυτές τις αναφορές, κατάλαβα πως καμία από αυτές δεν ταίριαζε σε αυτό που χρειαζόμουν για την ταινία “Το Δέρμα Που Κατοικώ”.

Για κάμποσους μήνες σκεφτόμουν σοβαρά να κάνω μια βουβή ταινία, ασπρόμαυρη, με λεζάντες που θα περιείχαν περιγραφές και διάλογο. Παράλληλα θα απέτια φόρο τιμής στους Φριτς Λανγκ και Μουρνάου. Έχοντας αμφιβολίες για μήνες, αποφάσισα να ακολουθήσω το δικό μου δρόμο και ν’ αφήσω το ένστικτό μου να με παρασύρει – αυτό που έκανα πάντα εξάλλου – φεύγοντας από την σκιά των μαέστρων του είδους (ανάμεσα σε άλλους λόγους, διότι δεν ήξερα σε ποιο είδος ανήκει η ταινία αυτή) και αποκηρύσσοντας την ίδια μου την κινηματογραφική μνήμη. Ήξερα μόνο πως έπρεπε να επιβάλλω μια λιτή αφήγηση, χωρίς οπτικές ρητορείες και αίμα, αν και αρκετό αίμα έχει χυθεί σε στιγμές που εμείς δε βλέπουμε. Δεν είναι η πρώτη φορά που ξεκινώ με την προϋπόθεση αυτή πριν τα γυρίσματα, αλλά νομίζω πως “Το Δέρμα Που Κατοικώ” είναι η ταινία όπου έχω πλησιάσει σε αυτή περισσότερο από ποτέ.

Με συνόδεψε στο ταξίδι αυτό ο Χοσέ Λουί Αλκέν, ο διευθυντής φωτογραφίας, στον οποίο δεν εξήγησα τι ήθελα, αλλά τι δεν ήθελα, κι εκείνος ήξερε πώς να δώσει στη φωτογραφία την πυκνότητα, την λάμψη και το σκοτάδι που της ταίριαζε καλύτερα. Ο μουσικός Αλμπέρτο Ιγκλέσιας, ο μοναδικός καλλιτέχνης που γνωρίζω χωρίς εγωισμό, ακούραστος, ευέλικτος, υπομονετικός, ικανός να κοιτάζει προς μία κατεύθυνση και μετά να κοιτάζει στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση αν δεν ήμουν ικανοποιημένος, πάντα αφοσιωμένος στις ανάγκες της ιστορίας και στον τρόπο που την ένιωθα. Οι ηθοποιοί ήταν επίσης γενναιόδωροι και ακριβείς, παρά την προφανή δυσφορία που μπορεί να προκαλούσαν κάποιες σκηνές. Θα τους αναφέρω όλους: Αντόνιο Μπαντέρας, Έλενα Ανάγια, Μαρίσα Παρέδες, Γιαν Κορνέτ, Ρομπέρτο Άλαμο, Μπλάνκα Σουάρεζ, Έντουαρντ Φερνάντεζ, Σούσι Σάντσεζ, Μπάρμπαρα Λένι και Χοσέ Λουί Γκόμεζ.

Είναι αδύνατον να μην σκεφτείς τον “Φράνκενσταϊν” του Τζέιμς Ουέιλ, ή τις ταινίες “Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου” και “Ρεβέκκα” του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Ακόμα κι ο Μπουνιουέλ έχει τη δική του αναφορά στην πρώτη εικόνα της ταινίας. Είναι ένα γενικό πλάνο της πόλης του Τολέδο, το οποίο καθορίζει το χώρο και το χρόνο της ιστορίας. Το El Cigarral είναι τέσσερα χιλιόμετρα από το Τολέδο. Για να παρουσιάσω την πόλη, τοποθέτησα την κάμερα – έχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες – στο ίδιο σημείο όπου, 40 χρόνια πριν, ο Λουίς Μπουνιουέλ την είχε τοποθετήσει στην “Τριστάνα” για ένα γενικό πλάνο της πόλης. Προσπάθησα να επαναλάβω το πλάνο, ως φόρο τιμής στον μαέστρο.

Ίσως η πρώτη συνειδητή αναφορά ήταν το “Μάτια Χωρίς Πρόσωπο” του Ζορζ Φρανζί. Ο Φρανζί με οδήγησε στο “Judex”, του οποίου είχα μόνο μια φαντασμαγορική ανάμνηση, όπως αυτή του “Φαντομά”, με τον Ζαν Μαρέ, και του “Danger: Diabolik”, ένα κόμικ με έναν μασκοφόρο ήρωα που σκηνοθέτησε ο Μάριο Μπάβα στα ‘60s. Η εικόνα της Έλενα Ανάγια, ντυμένης με μαύρο ολόσωμο καλσόν και με το πρόσωπό της καλυμμένο από μάσκα σιλικόνης, να κατεβαίνει τρέχοντας και σε απόγνωση τα σκαλιά, ξύπνησε μέσα μου τις παιδικές αναμνήσεις όλων αυτών. Όλοι αυτοί οι φανταστικοί χαρακτήρες ήταν μέρος της εφηβείας μου και φορούσαν μάσκες και μαύρα κολάν.”

Πέδρο Αλμοδόβαρ

Αυτή λοιπόν είναι η νέα ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα, την Άνοιξη, στο 64ο Φεστιβάλ Καννών. Μια ταινία, που σε κερδίζει με την καλή φωτογραφία της και το υπέροχο soundtrack της. Αλλά το μέτριο και με απότομο φινάλε, σενάριό της, σε αφήνει μετέωρο, να αναρωτιέσαι, τι ακριβώς ήθελε να πει ο καλλιτέχνης. Διχάζοντας κοινό και κριτικούς, το “Το Δέρμα Που Κατοικώ”, είναι μια συμπαθητική ταινία, αλλά σίγουρα, περιμέναμε κάτι παραπάνω από τον Αλμοδόβαρ…

Έτος: 2011 | Xώρα: Ισπανία | Διάρκεια: 117 λεπτά | Σκηνοθεσία: Pedro Almodóvar | Σενάριο: Pedro Almodóvar, Thierry Jonquet | Παίζουν: Antonio Banderas, Elena Anaya, Marisa Paredes.