Orson Welles [Αφιέρωμα] – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Orson Welles [Αφιέρωμα]

Uncategorized | 14-6-2011 |

“Εδώ και χρόνια προσπαθώ να γυρίσω την πλάτη μου στον κινηματογράφο, γιατί του αφιερώνω 90% της ύπαρξής μου, της ενεργητικότητάς μου. Πρέπει να σταματήσω να καταστρέφω έτσι τη ζωή μου, προσπαθώντας να εκφραστώ μέσα από τις ταινίες. Δεν είναι δυνατόν να περάσω τη ζωή μου ολόκληρη σε φεστιβάλ κι εστιατόρια, ζητιανεύοντας για χρήματα. Εδώ και τριάντα χρόνια οι άνθρωποι με ρωτούν πως κατορθώνω να συνδυάζω αρμονικά το Α και το Β. Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν το καταφέρνω. Τα πάντα μέσα μου αποτελούνται από αντιφάσεις. Όλοι μας αποτελούμαστε από αντιθέσεις, που δεν καταφέρνουμε να εναρμονίσουμε.” Orson Welles

Ο Orson Welles γεννιέται στις 6 Μαΐου του 1915 στην πόλη Kenosha, κοντά στο Chicago. Δευτερότοκος γιος ενός μικροβιομήχανου – εφευρέτη και μιας καλλιεργημένης και γνωστής πιανίστριας της εποχής, θα μείνει ορφανός, σε ηλικία μόλις 15 χρονών. Σκηνές από τα χρόνια της παιδικής του ηλικίας έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε στις πρώιμες ταινίες του και ιδιαίτερα στους “The Magnificent Ambersons” (Υπέροχους Άμπερσονς). Σπουδάζει στο τότε διάσημο Todd School του Illinois και πολύ γρήγορα δραστηριοποιείται ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και σκηνογράφος, της εκεί θεατρικής ομάδας.

Το 1934 θα παντρευτεί την ηθοποιό Virginia Nicholson. Μαζί θα αποκτήσουν μία κόρη, αλλά μετά από 5 χρόνια χωρίζουν. Εκείνη την εποχή αρχίζει παράλληλα και η σταδιακή αναγνώρισή του. Χρονιά ορόσημο γι’ αυτό αποτελεί το 1938 όπου τον συναντάμε πίσω από τα μικρόφωνα του ραδιοφωνικού σταθμού CBS. Εκεί σε μια μεταφορά του “The War of the Worlds” (Ο πόλεμος των κόσμων – Herbert George Wells) μεταδιδόμενο σε μορφή ειδήσεων με ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις, επικαλούμενο τη φανταστική εισβολή των Αρειανών στη γη, θα καταφέρει να ξεσηκώσει τους Αμερικανούς. Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις σχετικά με τον φανταστικό χαρακτήρα της αναμετάδοσης, ξεσπάει πανικός και χιλιάδες συμπολίτες του βγαίνουν στους δρόμους, θεωρώντας την εκπομπή ως πραγματικό γεγονός…

Η άψογη διαμόρφωση και εκφορά του λόγου μπορεί να είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του Welles αλλά το σήμα κατατεθέν του, υπήρξε ανέκαθεν οι εμπνευσμένες μεταμφιέσεις του. Μέσα απ’ αυτό ακριβώς το πρίσμα είναι που ξετυλίγεται το πολυτάλαντο κινηματογραφικό του πρόσωπο. Είναι άλλωστε κοινό μυστικό, ότι με την πραγματική του μύτη εμφανίστηκε μόνο στον “The Third Man” (Ο Τρίτος Άνθρωπος – 1949) του Carol Reed.

Την άνοιξη του 1939 έχει τις πρώτες του επαφές με το Hollywood. Οι συνομιλίες αυτές του αποφέρουν ένα συμβόλαιο με την εταιρεία RKO, για τρεις ταινίες, το οποίο του εξασφαλίζει τη δυνατότητα να δουλεύει ο ίδιος σ’ αυτές ως σεναριογράφος, σκηνοθέτης ή ηθοποιός. Η πρώτη από αυτές τις ταινίες ακούει στο όνομα Citizen Kane (Πολίτης Κέιν – 1941).

Ο ισχυρός μεγιστάνας του Τύπου, Charles Foster Kane (Orson Welles) πεθαίνει μόνος στον πύργο του Xanadu. Η τελευταία λέξη που πρόφερε πριν πεθάνει ήταν Rosebud (Ροδανθός). Όλοι υποθέτουν ότι πρόκειται για ένα κλειδί της αινιγματικής προσωπικότητας του νεκρού. Η τηλεοπτική εκπομπή News on the March συγκεντρώνει υλικό για ένα μικρό αφιέρωμα στον διάσημο εκλιπόντα. Ο διευθυντής όμως του στούντιο δεν είναι ικανοποιημένος από το υπάρχον υλικό και θέλοντας να μάθει ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο Kane, αναθέτει στον ρεπόρτερ του Jerry Thompson (William Alland) να ανακαλύψει τι μυστικά κρύβονται…

Όσο αφορά το σενάριο της ταινίας, είναι κοινό μυστικό ότι, περιέχει πολλά βιογραφικά στοιχεία από τον William Randolf Hearst, μεγαλοεκδότη της εποχής. Οι στενές σχέσεις του συγκροτήματος Hearst με διάφορες κινηματογραφικές εταιρίες έχουν σαν αποτέλεσμα την αναβολή ορισμένων προγραμματισμένων προκαταρκτικών προβολών ενώ παράλληλα κυκλοφορεί ένα φυλλάδιο, μέσα από το οποίο κατηγορείται ο σκηνοθέτης ότι πρόσκειται στον κομουνισμό και πως κρύβει έντονες αντι-αμερικάνικες τάσεις.

Η RKO θέλοντας να εκμεταλλευθεί τη φήμη αυτού του παιδιού-θαύματος, όπως είχε τότε χαρακτηριστεί, που έγινε τόσο σύντομα διάσημο από τις θεατρικές του παραστάσεις αλλά κυρίως από τη σκανδαλώδη επιτυχία της ραδιοφωνικής του εκπομπής, του παραχώρησε μέσα από ένα συμβόλαιο εξήντα σελίδων, την απόλυτη ουσιαστικά ελευθερία, χωρίς ίσως ούτε οι ίδιοι να περιμένουν ότι θα τα καταφέρει.

Έχει δίκιο λοιπόν ο Francois Truffaut που μας επισημαίνει το οξύμωρο της καταστάσεως. Συνήθως κάποιος γίνεται διάσημος, αφού πρώτα γυρίσει μερικές καλές ταινίες. Δε συμβαίνει δηλαδή συχνά να εμπιστευθούν τα στούντιο ένα τόσο σημαντικό σχέδιο σε κάποιον εικοσιπεντάχρονο, μόνο και μόνο διότι είναι τόσο διάσημος και τόσο νέος. Είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά στην ιστορία του κινηματογράφου όπου μια ταινία-πρωτόλειο, γυρίζεται από έναν ήδη δημοφιλή άνδρα, από τον οποίο όλοι περίμεναν επιτυχίες και μόνο.

Ο Πολίτης Κέιν ήταν μια οπτική επανάσταση στον “ομιλούντα” κινηματογράφο. Ο Welles προσέλαβε ως οπερατέρ τον συνεργάτη πολλών Γερμανών εξπρεσιονιστών σκηνοθετών, Gregg Toland. Στον οποίο κάποιοι αποδίδουν το κλειστοφοβικό φως και το “depth of focus” στα πλάνα της ταινίας. Ο Toland εκείνη την εποχή δούλευε και σε άλλα δύο σχέδια. Στο “The Grapes of Wrath” (Τα Σταφύλια της Οργής – 1940) και στο “The Long Voyage Home” (1940), δύο ταινίες του John Ford, τον οποίο ο Orson Welles ανέφερε πολλές φορές ως δάσκαλό του.

“Το να προετοιμάζω ακριβώς μια ταινία κι ύστερα να προχωρώ στην πραγμάτωσή της σύμφωνα με το πρόγραμμα δεν είναι στο στυλ μου. Έχω βέβαια μια αρχική ιδέα, την οποία επεξεργάζομαι με ακρίβεια, αλλά δεν θέλω σώνει και καλά να γυρίσω την ταινία απόλυτα ίδια. Στόχος των προεργασιών μου είναι να μπορώ να κινηθώ με αρκετή ευχέρεια και να χειριστώ το υλικό μου με τον τρόπο που θέλω: σκέφτομαι εκ των προτέρων τα μεμονωμένα κομμάτια της ταινίας και το τελικό αποτέλεσμα. Όταν γυρίζω, μένω άγρυπνος τις νύχτες. Ο κόσμος της ταινίας είναι τόσο χειροπιαστός, ώστε φτάνει να κλείσω τα μάτια, για να εξαφανιστεί. Έτσι γύρισα και τον “Πολίτη Καίην”, χωρίς προσχέδια. Δίνω στους ηθοποιούς τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία και συγχρόνως την αίσθηση απόλυτης ακρίβειας. Μ’ άλλα λόγια: σωματικά απαιτώ από εκείνους την ακρίβεια κινήσεων ενός μπαλέτου. Τους αφήνω όμως εντελώς ελεύθερους στην υποκριτική τους. Δεν τους δαμάζω. Υπάρχουν δύο σχολές θηριοδαμαστών: η γαλλική και η γερμανική. Οι Γάλλοι υποχρεώνουν τα ζώα να μένουν πάντα στη θέση που τους έχει υποδειχθεί. Οι Γερμανοί θηριοδαμαστές μοιάζουν να παλεύουν συνεχώς με τα ζώα. Θα περίμενε κανείς το αντίθετο, αλλά τα πράγματα είναι έτσι. Αντίστοιχα υπάρχουν και δύο σχολές σκηνοθετών. Οι σκηνοθέτες της μιας κατηγορίας προσπαθούν να κυριαρχήσουν τον ηθοποιό και να του εμπνεύσουν φόβο, για να τον έχουν του χεριού τους. Εγώ ανήκω στην άλλη κατηγορία…” Orson Welles

Αν λοιπόν ο Πολίτης Κέιν είναι το κατ’ εξοχήν ιδιοφυές έργο του Orson Welles, το πραγματικό του αριστούργημα υπήρξε το “The Magnificent Ambersons” (Οι Υπέροχοι Άμπερσονς – 1942). Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, στην πρώτη ταινία του Welles έχουμε το Rosebud (τη γυάλινη εκείνη σφαίρα που πέφτει από το χέρι του Kane τη στιγμή του θανάτου του), με τους Ambersons όμως ο σκηνοθέτης μας ταξιδεύει στο εσωτερικό αυτού του γοητευτικού κόσμου. Τα υπολείμματα (δυστυχώς) της ταινίας, που έφθασαν έστω μέχρι εμάς, δεν μας επιτρέπουν ν’ αμφιβάλλουμε γι’ αυτό.

Οι Ambersons είναι το καμάρι μιας μικρής επαρχιακής πόλης γύρω στο 1870. Η κόρη της οικογένειας Isabel (Dolores Costello), για λόγους κοινωνικής θέσης, δεν παντρεύεται τον εφευρέτη Eugene Morgan (Joseph Cotten) αλλά τον πληκτικό μα συνάμα ευκατάστατο Wilbur Minafer. Καρπός αυτού του γάμου είναι ο George, το κακομαθημένο παιδί που γίνεται ο φόβος και ο τρόμος της μικρής πόλης, ενώ όλοι ελπίζουν κάποια στιγμή να πληρώσει το τίμημα για τις αταξίες του. Αρκετά χρόνια αργότερα ο George επιστρέφει από το κολέγιο, νεαρός άντρας πια (Tim Holt). Ο γυρισμός του εορτάζεται μ’ έναν λαμπρό χορό. Ο Morgan, πλούσιος πια βιομήχανος αυτοκινήτων και η κόρη του Lucy (Anne Baxter) είναι ανάμεσα στους καλεσμένους. Καθώς οι δύο νέοι γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, η παλιά αγάπη της Isabel και του Morgan, ξυπνάει και πάλι, με απρόβλεπτες συνέπειες…

Με τους υπέροχους Άμπερσονς έχουμε μπροστά μας την εποποιία μιας εποχής και τις ζυμώσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ της παράδοσης και της εξέλιξης. Με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία οι Άμπερσονς αποτελούν την πιο προσωπική ταινία του Welles. Σ’ αυτό βοηθάει σίγουρα ο εκούσιος περιορισμός του στο ρόλο του σκηνοθέτη (και του αφηγητή).

Δυστυχώς όμως η ταινία αυτή θα σηματοδοτήσει και το σχίσμα μεταξύ του σκηνοθέτη και του Hollywood. Κι αυτό, διότι ενώ ο Welles έχει σχεδόν ολοκληρώσει τα γυρίσματα της ταινίας του, τον στέλνουν στη Ν. Αμερική για να “γυρίσει” ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τη Βραζιλία (είναι το μετέπειτα It’s All True). Για κακή του τύχη όμως, την εποχή εκείνη, αλλάζει η διεύθυνση της RKO. Οι νέοι ιθύνοντες κρίνοντας την ταινία αντι-εμπορική αποφασίζουν να την “τροποποιήσουν” (από 131 λεπτά απέμειναν μόλις 88) με τη δικαιολογία ότι σε μια πολεμική περίοδο, το κοινό, έχει ανάγκη από αισιόδοξα μηνύματα. Μετά από αρκετές καθυστερήσεις η ταινία θα προβληθεί στους κινηματογράφους χωρίς όμως την έγκριση του Welles… Για την ιστορία, θα πρέπει να επισημάνουμε πως η ταινία σημείωσε εμπορική επιτυχία. Φαίνεται πως οι “ειδικοί” είχαν βολιδοσκοπήσει σωστά το κοινό που ζητούσε στη σκοτεινή αίθουσα τη φυγή από την ατμόσφαιρα της πολεμικής πραγματικότητας και την ταύτισή του με τα είδωλά του.

Το “It’s All True” (Είναι Όλα Αλήθεια) αποτελεί δυστυχώς ένα από τα πολλά ανεκπλήρωτα σχέδια του σκηνοθέτη, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την κρατική επιχορήγηση για προπαγανδιστικούς λόγους, φεύγει για τη Βραζιλία με σκοπό τη δημιουργία ενός φιλμ – ντοκιμαντέρ για την ενίσχυση των εκεί αμερικάνικων συμφερόντων και την ανύψωση του εθνικού αισθήματος – μην ξεχνάμε ότι το 1941 ήταν και η χρονιά του Pearl Harbor.

Γρήγορα όμως η αμερικάνικη κυβέρνηση θα καταλάβει ότι ο Orson Welles (παρά το νεαρό της ηλικίας του) δεν είναι το πιόνι εκείνο που αναζητούσε και το όλο εγχείρημα θα της γυρίσει μπούμερανγκ. Αφορμή γι’ αυτό στάθηκε μία από τις ιστορίες του φιλμ – ντοκιμαντέρ βασιζόμενη σε πραγματικό γεγονός της εποχής. Τέσσερις ψαράδες από ένα μικρό χωριό της Βραζιλίας, ξεκινάνε με μια βάρκα και χωρίς πυξίδα, για ένα ταξίδι δύο χιλιάδων μιλίων, με προορισμό το Ρίο. Σκοπός τους είναι να συναντηθούν με τον πρόεδρο Βάργκας (τον οποίο στηρίζει η Αμερική) και να διαμαρτυρηθούν για την εξαθλίωσή τους.

Το φιλμ που δε θα ολοκληρωθεί ποτέ λόγω προφανής έλλειψης της κρατικής χρηματοδότησης, θα βρει τελικά το δρόμο του προς τις οθόνες προβολής, μετά από πολλές δυσκολίες και μόλις το 1993.

“Απ’ όλες τις ταινίες που έκανα, μόνο για μία μπορώ ν’ αναλάβω την πλήρη ευθύνη, για τον Πολίτη Κέιν. Σ’ όλες τις άλλες η ελευθερία μου ήταν λίγο ως πολύ περιορισμένη και η αφηγηματική μορφή των ιστοριών μου καταστράφηκε από ανθρώπους που σκέφτονταν εμπορικά”. Orson Welles

Ο Howard Graham (Joseph Cotten) μηχανικός του αμερικάνικου πολεμικού ναυτικού, ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη με τη γυναίκα του. Καθώς φτάνει στην Τουρκία γίνεται αντιληπτός από Ναζί πράκτορες. Με τη βοήθεια του Τούρκου ταγματάρχη Haki (Orson Welles) προσπαθεί να τους ξεφύγει και επιβιβάζεται βιαστικά σ’ ένα πλοίο χωρίς όμως τη γυναίκα του. Φτάνοντας στον προορισμό του, ψάχνει να βρει τη σύζυγό του, την οποία έχουν όμως ήδη εντοπίσει οι Ναζί και τον περιμένουν…

Αυτό είναι το Journey Into Fear (Ταξίδι Στο Φόβο – 1943), η τρίτη και τελευταία ταινία του Orson Welles με την RKO. Η ιστορία βασίζεται σ’ ένα μυθιστόρημα του Eric Ambler και με σκηνικά που συγκεντρώθηκαν από υπόλοιπα άλλων ταινιών για ένα φιλμ που γυρίστηκε κάτω από τρομερή πίεση χρόνου. Την ίδια χρονιά αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Welles παντρεύεται την Rita Hayworth…

Φτάνουμε έτσι στο 1946 και στην ταινία The Stranger (Ο Ξένος). Οι ελευθερίες που είχε ο Welles στον Πολίτη Κέιν, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η αλήθεια είναι ότι του επέτρεψαν να σκηνοθετήσει την ταινία, μόνο και μόνο, για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία του ως πρωταγωνιστή και με τον όρο να σεβαστεί τον συμφωνημένο προϋπολογισμό. Για έναν σκηνοθέτη, που πέντε χρόνια πριν είχε επανακαθορίσει με επαναστατικό τρόπο και μάλιστα στην πρώτη του κιόλας προσπάθεια, την έννοια του μοντάζ, αυτό θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά ενοχλητικό.

Ο Ξένος, εντάσσεται στα πλαίσια της εκμετάλλευσης από το Hollywood, δημοφιλών σκηνοθετών και τη δημιουργία αντιναζιστικών ταινιών για την ικανοποίηση του κοινού. Εδώ παρακολουθούμε τον επιθεωρητή Wilson (Edward G. Robinson – ο σκηνοθέτης είχε προτείνει να ενσαρκώσει γυναίκα τον εν λόγω ρόλο, κάτι το οποίο δεν έγινε τελικά δεκτό) και τις προσπάθειές του να εντοπίσει τον δραπέτη Franz Kindler, Ναζί εγκληματία πολέμου. Οι έρευνές του, θα τον οδηγήσουν στον καθηγητή Charles Rankin (Orson Welles), ο οποίος πρόκειται να παντρευτεί εκείνο το ίδιο απόγευμα και που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον καταζητούμενο.

“Δεν υπάρχει τίποτα δικό μου…” θα πει λίγο αργότερα ο σκηνοθέτης έχοντας αποκηρύξει (ουσιαστικά) το συγκεκριμένο φιλμ. “Το έκανα, για να αποδείξω ότι μπορώ και εγώ να κάνω ένα φιλμ, όπως ο οποιοσδήποτε άλλος”. Παρ’ όλα αυτά η ταινία ξεφεύγει από τα ανάλογα κλισέ παρόμοιων ταινιών ενώ σποραδικά εκδηλώνεται το ψυχολογικό και εικαστικό επίπεδο του σκηνοθέτη. Με αποκορύφωμα το φινάλε της ταινίας στην εκκλησία και το εύρημα του μοιραίου γοτθικού αγγέλου με το ξίφος για ρολόι του καμπαναριού.

Η ειρωνεία είναι ότι η εν λόγω ταινία έγινε η μεγαλύτερη οικονομική επιτυχία του Welles ανοίγοντας του και πάλι τις πόρτες του Hollywood (παρέχοντας του την ευκαιρία να γυρίσει την “Κυρία από τη Σαγκάη”) την οποία όμως δεν εκμεταλλεύτηκε.

Στις ταινίες που περιγράψαμε μέχρι τώρα (Citizen Kane, The Magnificent Ambersons, Journey Into Fear, The Stranger) αλλά και σε άλλες που θα ακολουθήσουν (Mr. Arkadin, Touch of Evil) παρατηρούμε ότι οι κεντρικοί ήρωες ενσαρκώνονται από άντρες και μάλιστα κατά βάση επιτυχημένους. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν παρακολουθούμε την άνοδό τους, αλλά γινόμαστε μάρτυρες της τραγικής παρακμής τους.

Εξαίρεση στον κανόνα αυτό θα αποτελέσει η “Κυρία από τη Σαγκάη” (The Lady from Shanghai – 1947) καθώς στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε μια γυναίκα φιλόδοξη και εγωκεντρική όπου οι άντρες που την περιβάλλουν, καταστρέφονται διαδοχικά, ορίζοντας η ίδια και το ύψος της πτώσης τους.

Το φιλμ λοιπόν αρχίζει με την τυχαία συνάντηση και διάσωση της Elsa Bannister (Rita Hayworth) από τον Michael O’ Hara (Orson Welles) που περνώντας τυχαία από το Central Park του San Francisco, επεμβαίνει όταν της επιτίθενται άγνωστοι και κλείνει με το ξεκαθάρισμα λογαριασμών για μια υπόθεση δολοφονίας στην οποία η Elsa προσπαθεί να ενοχοποιήσει τον O’ Hara.

Το πλάνο με τους δυο κεντρικούς ήρωες μπροστά στο ενυδρείο, που παραλλάσσει και αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά τους, ή η σεκάνς των καθρεφτών του φινάλε, είναι σκηνές που μένουν βαθιά χαραγμένες στο μυαλό μας, τις οποίες είναι αλήθεια, προσπάθησαν να αντιγράψουν και άλλοι σκηνοθέτες στο μέλλον, χωρίς όμως τα ανάλογα αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία δεν είχε την εισπρακτική επιτυχία που περίμεναν οι παραγωγοί ενώ σηματοδότησε τον χωρισμό του πρωταγωνιστικού ζεύγους και στη ζωή.

“Προτιμώ να δουλεύω σαν ηθοποιός πάνω στη σκηνή του θεάτρου παρά μπροστά στην κάμερα. Θεωρώ τη δουλειά του κινηματογραφικού ηθοποιού φοβερά εξαντλητική, σωματικά και πνευματικά. Ειλικρινά, πιστεύω ότι δεν είμαι καλός κινηματογραφικός ηθοποιός. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, προτιμώ να είμαι ηθοποιός παρά σκηνοθέτης κι απ’ όλα πιο καλά μου αρέσει να γράφω. Ο κινηματογράφος σαν εκφραστικό μέσο, φυσικά με γοητεύει. Αλλά κάθε φορά που σκηνοθετώ αναρωτιέμαι αν ξέρουμε κι αν καταλαβαίνουμε στ’ αλήθεια τι κάνουμε κι αν υπάρχει κάποια λογική συσχέτιση ανάμεσα στις χιλιάδες ώρες εργασίας του σκηνοθέτη και το τελικό αποτέλεσμα. Και μισώ όλες τις εξοργιστικές μικρολεπτομέρειες που συνοδεύουν την οικονομική και οργανωτική πλευρά του κινηματογράφου. Μου είναι δύσκολο να βρω δουλειά. Όταν μένω στο περιθώριο το κάνω γιατί με αναγκάζουν, κι όχι επειδή το θέλω. Νιώθω διαρκώς απομονωμένος. Πρέπει να μπορώ να πιστεύω ότι είμαι ένας καλός καλλιτέχνης, διαφορετικά δεν μπορώ να δουλέψω. Κι ένας καλός καλλιτέχνης είναι πάντα μόνος. Πρέπει να είναι μόνος. Όταν δεν είναι, κάτι δεν πάει καλά.” Orson Welles

Με την επόμενη ταινία του Macbeth (1948) ο Welles μας εισάγει στον κόσμο του William Shakespeare. Έναν κόσμο διαφορετικό όπου θα έχουμε την ευκαιρία να τον ξανασυναντήσουμε (μέσα από τον Othello αλλά και το Chimes At Midnight ή αλλιώς Falstaff) και με τον οποίο ο σκηνοθέτης είχε ήδη έρθει σ’ επαφή μαζί του, μέσο του θεάτρου.

Η ταινία ουσιαστικά, είναι μια παραλλαγή της ομώνυμης σαιξπηρικής τραγωδίας όπου ο Μάκβεθ (Orson Welles), αφού έδειξε γενναιότητα και ηρωισμό στον πόλεμο, αναγορεύεται από τον βασιλιά σε νέο άρχοντα της περιοχής. Οι φιλοδοξίες του όμως, δε σταματούν εδώ και παρακινούμενος από τη σύζυγό του, καταστρώνει τα σχέδια του, ώστε να αναρριχηθεί ο ίδιος στον βασιλικό θρόνο.

Αναμφισβήτητα, πρόκειται για την πιο σκοτεινή και συνάμα “θεατρική” ταινία του σκηνοθέτη. Γεγονός στο οποίο συνετέλεσαν και οι ελάχιστες εξωτερικές σκηνές, καθώς τα πάντα διαδραματίζονται σε κλειστό χώρο, ανάμεσα σε σκηνικά. Όσο για τον ήχο, αρκεί να πούμε ότι η ηχογράφηση έγινε σε τρεις διαφορετικές διαλέκτους. Σκωτσέζικη, αγγλική και ένα μείγμα αγγλικής και αμερικάνικης, ενώ το τελικό soundtrack περιέχει αποσπάσματα και από τις τρεις.

“Η δουλειά μου αντανακλά την εύθυμη τρέλα, την αβεβαιότητα, την έλλειψη σταθερότητας, το μείγμα κίνησης και έντασης που χαρακτηρίζει τον κόσμο μας. Ο κινηματογράφος οφείλει να εκφράσει όλα αυτά τα πράγματα. Όταν ο κινηματογράφος θέλει να είναι τέχνη, πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα κινηματογράφος, κι όχι κακέκτυπη μίμηση άλλου λογοτεχνικού μέσου. Ο κινηματογράφος είναι ακόμα πολύ νεαρός, και θα ήταν αστείος ο ισχυρισμός ότι δεν είναι δυνατόν να προωθηθεί. Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω περισσότερες ταινίες. Γιατί σε τελευταία ανάλυση ο κινηματογράφος (αν εξαιρέσουμε μερικές μικρολεπτομέρειες, χωρίς μεγάλη σημασία) δεν έχει εξελιχθεί ουσιαστικά εδώ και πενήντα χρόνια. Βλέπω ότι υπάρχουν σκηνοθέτες, που τους ανήκει το μέλλον, που είναι ευαίσθητοι και που πειραματίζονται με καινούργια θέματα, αλλά δεν βλέπω κανέναν αρκετά τολμηρό, ώστε ν’ αλλάξει τις φόρμες, τους εκφραστικούς τρόπους. Δεν μπορώ να χωνέψω αρχές ανέγγιχτες και αλήθειες γενικά παραδεκτές, κι όμως σιωπηρά αυτές ακριβώς οι απαραβίαστες αρχές βρίσκονται στη βάση των θεωριών όλων των δημιουργών που ασχολούνται σοβαρά με τα προβλήματα του κινηματογράφου. Ένα παράδειγμα: φαίνεται ότι όλοι ξεκινούν από ένα θεμελιώδες πιστεύω ότι μια βουβή ταινία είναι αναγκαστικά καλύτερη από μια ομιλούσα…” Orson Welles

Μια νεκρική πομπή μεταφέρει τον Οθέλο (Orson Welles) και την Δεισδαιμόνα (Suzanne Cloutier) στην τελευταία τους κατοικία. Η λήψη μας επιτρέπει να δούμε ολόκληρη την τελετή καθώς η κάμερα που είναι κρεμασμένη από ψηλά, αποδεικνύεται τελικά, ότι δεν είναι παρά η υποκειμενική οπτική του Ιαγού. Του ανθρώπου δηλαδή που αποτελεί την αιτία της όλης δυστυχίας και που τώρα πια παρακολουθεί αμέτοχος τα τεκταινόμενα, καθώς βρίσκεται φυλακισμένος στην κορυφή του πύργου.

Όπως και στον “Makbeth” έτσι κι εδώ, ο σκηνοθέτης επιλέγει την εισαγωγική αφήγηση για να μας συστήσει άλλο ένα υπέροχο έργο του William Shakespeare. Έχοντας πια αποδεσμευτεί από την πίεση του Hollywood, ο Welles ξεκινάει με πάθος ένα ταξίδι για να ολοκληρώσει το όραμά του.

Δυστυχώς όμως παρά τις αγνές προθέσεις του καλλιτέχνη, η σκληρή πραγματικότητα του χαλάει για ακόμα μια φορά τα σχέδιά του. Η αποχώρηση κάποιων παραγωγών, του δημιουργεί αφάνταστες οικονομικές δυσκολίες. Σε καμιά ταινία του οι ηθοποιοί δεν άλλαξαν τόσες πολλές φορές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τέσσερις Ιάγοι προσλήφθηκαν και απολύθηκαν μέχρι να καταλήξουν στον Michael MacLiammoir (παλιός φίλος και θεατρικός δάσκαλος του Welles από το Gate Theatre του Δουβλίνου). Ενώ παράλληλα γνωρίζουμε ότι δεν κατάφερε να ενώσει στο ίδιο πλάνο τα τρία βασικά πρόσωπα του έργου, λόγω των άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων των ηθοποιών.
Τέσσερα χρόνια θα διαρκέσει αυτός ο Γολγοθάς καθώς το φιλμ γυρίζεται με πολλές ταλαιπωρίες στην Ευρώπη, όπου ο σκηνοθέτης αναγκάζεται να αυτοσχεδιάσει για να καλύψει τις διάφορες ελλείψεις στο καστ, στα ντεκόρ, αλλά ακόμα και στα κοστούμια. Είναι κοινό μυστικό άλλωστε ότι ο ίδιος ο Orson Welles θα αναγκαστεί να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε διάφορες αμφιβόλου ποιότητας ταινίες με σκοπό να χρηματοδοτήσει το δικό του όραμα.

Το όλο εγχείρημα λοιπόν βάδιζε πάνω σε τεντωμένο σχοινί και ίσως η κατάληξη του να ήταν αποτυχημένη, αν δεν είχαμε την επιστροφή του Orson Welles στην καρέκλα του μοντάζ. Κάτι που είχε να συμβεί δυστυχώς πολλά χρόνια και συγκεκριμένα, από την εποχή του Πολίτη Κέιν.

Ο κόσμος του Οθέλο κυριαρχείται από ένταση, ρυθμό και διαρκής αντίθεση μεταξύ μαύρου και άσπρου μέσα από την οποία ο δημιουργός, προσπαθεί να μας εξηγήσει τη μοιραία έκβαση των γεγονότων του παρόντος με τη βοήθεια της αναδρομής στο παρελθόν.

Η διαρκής πάλη ανάμεσα στην οκνηρή παθητικότητα και τη δράση, σε συνδυασμό με τη διαστροφή της εξουσίας είναι τα κύρια ελατήρια που ταλαντεύουν τους ήρωες μας, σ’ ένα έργο είναι η αλήθεια που δέχτηκε πολλές και αντιφατικές κριτικές.
Για την ιστορία τέλος, να σημειώσω ότι ο Οθέλος που ουσιαστικά αποτελεί ένα προσωπικό στοίχημα του Welles με τις οικονομικές δυσκολίες αλλά και το μέτρο της αυτοσχεδιαστικής του ικανότητας να αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, κέρδισε το 1952 το Μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ των Κανών.

“Οι διαπληκτισμοί μου με το Hollywood άρχισαν πριν καν φθάσω εκεί. Το πρόβλημα ήταν το συμβόλαιό μου: το είχαν υπογράψει πριν πάω και με εξουσιοδοτούσαν εν λευκώ. Μου είχαν δώσει υπερβολικά μεγάλες ελευθερίες. Όταν τελικά το κατάλαβαν, άρχισαν τις ίντριγκες και τις συνωμοσίες εναντίον μου και ποτέ δεν κατάφερα να τους αντιμετωπίσω. Είχα στα χέρια μου την πιο τρελή, την πιο φανταστική ευκαιρία στην ιστορία του κινηματογράφου κι έπρεπε να πληρώσω γι’ αυτό. Στο Hollywood εργάζονται σαν υπάλληλοι εδώ και τριάντα χρόνια σκηνοθέτες ολότελα ανίκανοι. Φτάνει να πάρουν τη θέση. Ύστερα περιβάλλονται από βοηθούς που είναι κορυφές στη δουλειά τους κι έτσι δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα οι ίδιοι. Όσο κρατούν το στόμα τους κλειστό, δεν πρόκειται να τους συμβεί τίποτα.” Orson Welles

Ο πλούσιος Γκρέγκορι Αρκάντιν (Orson Welles) έχει μία και μόνη αδυναμία, την αγάπη του για την κόρη του Ράινα (Paola Mori). Όταν ο νεαρός τυχοδιώκτης Γκυ Βαν Στράτεν (Robert Arden) θα προσπαθήσει να την πλησιάσει, ο Αρκάντιν δοκιμάζει να τον απομακρύνει, αναθέτοντας του να βρει τα χαμένα ίχνη της καταγωγής του. Πράγματι ο νεαρός, θα ξεκινήσει με αρκετή επιτυχία τις έρευνες του και θα ανακαλύψει μεταξύ άλλων πρόσωπα και γεγονότα του σκοτεινού παρελθόντος, μεταξύ των οποίων είναι η Σοφία (Κατίνα Παξινού) και ο Γιάκομπ Τσουκ (Akin Tamiroff).
Αυτό που δεν ξέρει όμως ο Βαν Στράτεν είναι ότι ο Αρκάντιν θέλει ουσιαστικά να μάθει ποιοι γνωρίζουν τον ένοχο τρόπο αναρρίχησής του στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα “εξαφανίζοντας” τους. Ο Γκυ δεν θα αργήσει όμως να φτάσει στο σημείο όπου η ίδια του η έρευνα θα αποτελέσει κίνδυνο για τη ζωή του, καθώς τώρα πια και εκείνος ξέρει πάρα πολλά…

O Orson Welles μεταφέρει στον κινηματογράφο ένα δικό του μυθιστόρημα (Mr. Arkadin – 1955) επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του έναν ακόμη μεγάλο ρόλο, ενός ήρωα που βαδίζει πιστά στα χνάρια του Πολίτη Κέιν. Μέσα από μια απλή αλλά συνάμα και ευφυέστατη ιστορία, ξεδιπλώνεται σταδιακά μπροστά στα μάτια μας, ένας ιστός ηθικών διλημμάτων και ψυχικών διαβρώσεων.

Μεταφερόμαστε, σε μια μικρή πόλη στα σύνορα Αμερικής και Μεξικού. Ο Μεξικανός αστυνομικός του τμήματος δίωξης ναρκωτικών, Μιγουέλ Μάικ Βάργκας (Charlton Heston) και η Αμερικανίδα γυναίκα του Σούζαν (Janet Leigh) γίνονται αυτόπτες μάρτυρες ενός ατυχήματος. Ένα αυτοκίνητο τινάζεται στον αέρα, μέσα στο οποίο βρίσκονταν τη στιγμή της έκρηξης, ο πλούσιος ιδιοκτήτης του και η φιλενάδα του. Ο Βάργκας ασχολείται με το ατύχημα και οι έρευνες του τον φέρνουν για πρώτη φόρα σ’ επαφή με τον τοπικό αστυνομικό Χανκ Κουίνλαν (Orson Welles). Σχεδόν ταυτόχρονα, η συμμορία των Γκράντε με αρχηγό τον θείο Τζο (Akim Tamiroff) απαγάγει τη γυναίκα του Βάργκας…

Είναι το “Touch of Evil” (Το άγγιγμα του κακού – 1958) το οποίο σηματοδοτεί την επιστροφή του Welles στα στούντιο του Hollywood, μετά από δέκα χρόνια. Οι παραγωγοί, εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικοί απέναντι του, αν και ως ηθοποιός είναι ευπρόσδεκτος. Την καχυποψία τους αυτή, κάμπτει ο Charlton Heston, που θέτει ως όρο της συμμετοχής του, να περάσει η σκηνοθεσία στα χέρια του Orson Welles. Η ισχυρή παρουσία και η παντοδύναμη θέληση της εξουσίας έχουν συνδυαστεί εδώ, στο πρόσωπο ενός διεφθαρμένου αστυνομικού σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Το “Touch of Evil” εμπεριέχει πολλά από τα στοιχεία που μας είναι γνωστά στις ταινίες του Welles. Βασισμένο σ’ ένα μικρό αστυνομικό μυθιστόρημα του Whit Masterson με τίτλο Badge of Evil και μέσα από τις τροποποιήσεις του σκηνοθέτη η ταινία μας δείχνει τον αγώνα ενός αθώου άντρα απέναντι σ’ έναν αδίστακτο τυχοδιώκτη.

Παρ’ όλα τα περιορισμένα οικονομικά μέσα η δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη θριαμβεύει αλλά το στούντιο της Universal για άλλη μια φορά, δεν μένει ικανοποιημένο. Προσλαμβάνει έτσι, έναν σκηνοθέτη τηλεοπτικών έργων, τον Χάρυ Κέλερ, ο οποίος αναλαμβάνει να ξαναγυρίσει μερικές σκηνές, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι για άλλη μια φορά ο Orson Welles δεν έχει λόγο, ούτε στο τελικό μοντάζ…

“Ενδιαφέρομαι περισσότερο για την κατάχρηση της αστυνομικής και κρατικής εξουσίας κι όχι του χρήματος. Σήμερα το κράτος είναι πολύ πιο δυνατό απ’ το χρήμα. Ψάχνω λοιπόν μια δυνατότητα να το εκφράσω. Είναι καλύτερα να κυκλοφορεί ελεύθερος ένας δολοφόνος, παρά να δίνουμε στην αστυνομία την ευκαιρία να καταχραστεί την εξουσία της. Αν είχαμε την εκλογή ανάμεσα στην κατάχρηση της αστυνομικής εξουσίας απ’ τη μια και το ατιμώρητο έγκλημα απ’ την άλλη, θα ‘πρεπε να διαλέξουμε το δεύτερο. Αυτή είναι η άποψή μου.” Orson Welles

Ο Γιόζεφ Κ. ξυπνάει ένα πρωί και βρίσκει δύο άγνωστους άντρες να έχουν μπει στο δωμάτιό του, με την πρόθεση να τον συλλάβουν. Τελικά όμως του δίνουν την άδεια να πάει στο γραφείο του αφήνοντας τον να νομίζει ότι πρόκειται για κάτι ασήμαντο. Ωστόσο ο Κ. είναι νευρικός και μετά από συνομιλίες με τη σπιτονοικοκυρά του καθώς και με τη γειτόνισσα, με την οποία είναι μυστικά ερωτευμένος, νιώθει πραγματικά ένοχος, χωρίς να ξέρει τον λόγο. Ακόμα και στο γραφείο του, έχει την εντύπωση ότι τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία και σκοτεινούς υπαινιγμούς.

Φτάνουμε έτσι στο 1962 όπου ο Orson Welles σκηνοθετεί άλλη μία μεγάλη ταινία. Πρόκειται για το “The Trial” (Η Δίκη), όπου βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Franz Kafka. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, συναντάμε τον Anthony Perkins πλαισιωμένο από ένα υπέροχο cast, με ηθοποιούς όπως, η Jeanne Moreau, ο Akim Tamiroff, ο Romy Schneider και φυσικά ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Έχοντας επιστρέψει πια ο Orson Welles στην Ευρώπη, του προτείνεται το αντικειμενικά δύσκολο εγχείρημα της μεταφοράς μιας ιστορίας του Kafka, στην μεγάλη οθόνη. Παρ’ όλο τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει, ο σκηνοθέτης θα καταφέρει μέσα από τη “Δίκη” να φωτίσει με μια νέα οπτική γωνία κάποια από τα θέματα που τον έχουν απασχολήσει και σε παλαιότερες δημιουργίες του. Ενώ λοιπόν μέχρι τώρα, η πανταχού παρουσία των δυνατών (Κέιν, Αρκάντιν) εκφραζόταν μέσα από ένα και μόνο παντοδύναμο πρόσωπο, εδώ εκπορεύεται μέσα από το δικαστήριο του Kafka. Ένα δικαστήριο το οποίο αντιπροσωπεύει το ανώνυμο σύστημα και αφομοιώνει τους πάντες. Από το αλλοτριωμένο άτομο μέχρι την ολοκληρωτική κοινωνία και το οποίο κρυμμένο πίσω από το προσωπείο της ανωνυμίας, καταδυναστεύει απόλυτα, όχι μόνο τα θύματα αλλά και τους θύτες…

1965 και επιστρέφουμε σε έργο βασισμένο σε κείμενα του William Shakespeare με τον τίτλο Falstaff ή Chimes at Midnight (Φάλσταφ ή Οι Καμπάνες του Μεσονυκτίου). Ο λόρδος Bolingbroke (John Gielgud) στέφθηκε βασιλιάς με το όνομα Henry IV, αφού πρώτα δολοφόνησε τον προκάτοχό του κι έριξε στη φυλακή το γιο του και διάδοχό του. Οι προσπάθειες των ευγενών, για να δοθεί χάρη στον άτυχο νεαρό, συναντούν άρνηση. Για το λόγο αυτό ξεσπάει εξέγερση κάτω από την καθοδήγηση του Henry Percy (Norman Rodway) ενάντια στον σφετεριστή και το γιο του Hal (Keith Baxter). Ο Hal όμως έχει μήνες να φανεί στην Αυλή. Προτιμά να γυρίζει άσκοπα με τον γέρο τεμπέλη Falstaff (Orson Welles), που ζει στο πορνείο της μαντάμ Quickly (Margaret Rutherford) βρίσκοντας παρηγοριά στην αγκαλιά της όμορφης πόρνης Doll Tearsheet (Jeanne Moreau). Εν τω μεταξύ όμως ο Henry Percy έχοντας συγκεντρώσει στρατό, τον αναζητεί…

Είναι η τρίτη ταινία του Welles που βασίζεται σε σαιξπηρικό έργο ενώ ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του διονυσιακού Falstaff θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως υποκριτικό alter ego του σκηνοθέτη, καθώς εκτός από τον κινηματογράφο, τον έχει υποδυθεί στο θέατρο στα 12, στα 24 αλλά και στα 45 του χρόνια. Ο Falstaff δεν κλείνει μόνο τη σαιξπηρική τριλογία του Welles. Ταυτόχρονα αποτελεί και το πρώτο του έργο σε ώριμη πια ηλικία. Έργο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα είδος απολογισμού του ίδιου του σκηνοθέτη. Όπως στον Μάκβεθ έτσι κι εδώ ο ίδιος ο βασιλιάς παραβιάζει το Νόμο για να αποκτήσει την εξουσία. Όμως στον αντίποδα της εξουσίας βρίσκεται η δικαιοσύνη. Και ενώ στο σαιξπηρικό δράμα ο Ερρίκος ο Έ προσπαθεί να συμφιλιώσει αυτά τα δύο αντίθετα και να γίνει ένας καλός βασιλιάς, για τον Welles αυτή του η προσπάθεια είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη, καθώς ο “καλός βασιλιάς” αποτελεί για εκείνον μια αντίφαση.

Και κλείνουμε λοιπόν το αφιέρωμα μας σ’ αυτόν τον ιδιοφυή καλλιτέχνη που ακούει στο όνομα Orson Welles, με το “Αλήθεια και Ψέματα” (1966), μια ειρωνική ταινία – δοκίμιο, σχετικά με την πραγματική και την εμπορική αξία της τέχνης. Ο Welles, που παρουσιάζει τον εαυτό του σαν λωποδύτη και απατεώνα, εμφανίζεται στο δωμάτιο του μοντάζ κυρίαρχος του υλικού του, ένα υλικό που αφορά τρεις ανθρώπους: τον παραχαράκτη έργων τέχνης Ελμύρ ντε Χόρυ, τον Κλίφορντ Ίρβινγκ, που έγινε διάσημος χάρη στην ψευδό – βιογραφία του Χάουαρντ Χιουζ και τη Γιουγκοσλάβα γλύπτρια Όγια Κοντάρ, που παίζει σε μια ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη Φρανσουά Ράιχενμπαχ με τίτλο Girl Watching. Ο Welles συνδέει τον εαυτό του και την πολυτάραχη καριέρα του με τη ζωή και την πορεία αυτών των τριών ανθρώπων, βρίσκοντας κοινά σημεία αναφοράς σ’ αυτούς και σ’ άλλους μεγάλους ή και λιγότερο πετυχημένους καλλιτέχνες.
Ο εξηντάχρονος πλέον καλλιτέχνης στην πιο προσωπική του ταινία κρίνει και κρίνεται, εξομολογώντας μας πως “η προσωπική αξιοπρέπεια και το προσωπικό όραμα δεν συμπίπτουν, γιατί η πραγματικότητα αντιστρέφει και παραμορφώνει την αλήθεια” για να συμπληρώσει ευθύς αμέσως “επειδή η πραγματικότητα θέλει ν’ αγνοεί την αλήθεια, γι’ αυτό και η τέχνη είναι ένα ψέμα, αλλά ένα ψέμα που πραγματώνεται την αλήθεια…”

“Για πολύ καιρό σκόπευα να μοντάρω μια δική μου παραλλαγή της ταινίας με τίτλο “ Touch of Evil”. Γιατί πίσω από την πλάτη μου η εταιρεία είχε αλλάξει το μοντάζ. Στους “Άμπερσονς” υπάρχουν τρεις σκηνές, που μου είναι άγνωστες. Το τέλος ολόκληρο δεν είναι δικό μου. Το “Ταξίδι στο Φόβο” ήταν ένα ιδιωτικό αστείο για τον Κοτέν, τον Φόστερ και μένα. Οι παραγωγοί κατακρεούργησαν την ταινία. Το τελικό μοντάζ της “Κυρίας από τη Σαγκάη” δεν είναι δικό μου. Μόλις που διακρίνεται ακόμα το δικό μου στυλ. Το τελειωτικό κόψιμο το έκαναν άλλοι. Ο παραγωγός του “Κύριου Αρκάντιν” ήταν φίλος μου – έτσι τουλάχιστον παρουσιαζόταν – αλλά αυτό που μου έκανε ήταν πολύ χειρότερο απ’ όλα όσα έκανε ο Χάρυ Κον με την “Κυρία από τη Σαγκάη”. Ο “Κύριος Αρκάντιν” στην τελική του μορφή του είναι αγνώριστος. Μου αρπάζουν τις ταινίες μέσα από τα χέρια μου, πριν τελειώσω το μοντάζ…” Orson Welles

Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο, με κάποιες προσθαφαιρέσεις, το είχα δημοσιεύσει πριν από τρία χρόνια, στο fanzine Chimeres.